Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Κοκομπλόκο

Όπου και να βρίσκεσαι σήμερα θα ακούσεις την φράση έπαθα, έπαθες "κοκομπλόκο"! Καταρχήν σίγουρα σημαίνει έπαθες μπέρδεμα. Τι λέει όμως η επιστήμη;
slang.gr
1. παθαίνω κοκομπλόκο
Πιθανότατα προέρχεται από το αγγλικό cockblocked που δηλώνει την διακοπή της σεξουαλικής πράξης από τρίτο πρόσωπο, από αμέλεια ή δόλο.
- Και πάνω στην ώρα που είμαι έτοιμος να μπω, χτυπάει η πόρτα και είναι η ξαδέρφη της που έχουν να μιλήσουν από πέρσι και έπαθα κοκομπλόκο!

2. παθαίνω κοκομπλόκο
Κατάσταση απόλυτης σύγχυσης. Συνώνυμα: μπέρδεμα, σύγχυση.
Έχω μπερδευτεί τελείως. Έπαθα κοκομπλόκο!

3. παθαίνω κοκομπλόκο
Συνώνυμο της εμπλοκής. Όταν κάτι δεν λειτουργεί.
- Γιατί δεν δουλεύει το PC;
- Έχει πάθει κοκομπλόκο.


4. παθαίνω κοκομπλόκο
Ήθελα κάτι να πω αλλά κόλλησα... έπαθα κοκομπλόκο...
-Όχι ρε γαμώτο... δεν το θυμήθηκα... έπαθα κοκομπλόκο