Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Το βιβλίο "Το σκαλιστό έπιπλο" στην Άρτα

Φώτο από το tilevoasartas
Πηγή και φώτο: artinews.gr
Tο βιβλίο της Μέλπως Παπαστεφανή-Καλιακάτσου "Το σκαλιστό έπιπλο" παρουσιάζεται την Τετάρτη, 6 Μαΐου, στις 8:30μμ, στην αίθουσα του Εμπορικού Επιμελητηρίου Άρτας. Γεννημένη (στα 1927) και μεγαλωμένη στη Μόρια της Λέσβου η Μέλπω Παπαστεφανή άρχισε να γράφει από μικρή ποιήματα και διηγήματα με τη γνησιότητα του αυτοδίδακτου ταλέντου. Επίσημα εμφανίστηκε στα Λεσβιακά γράμματα το 1978 και σταδιακά φιλοξενήθηκε σε όλα τα έντυπα της Μυτιλήνης και σε περιοδικά των Αθηνών.



Έγραψαν για το έργο της ο Βασίλης Αρχοντίδης, ο Γιώργος Βαλέτας, ο Κώστας Μίσσιος, ο Δημήτρης Πατίλας, κ.ά. Ανθολογήθηκε σε αρκετές ποιητικές ανθολογίες. Μέλος της Εταιρείας Αιολικών Μελετών, του Συλλόγου Γυναικών Μόριας και του Συλλόγου της Επάνω Σκάλας. Από το 2010 ζει στην Άρτα με την κόρη της.

Στην παρούσα έκδοση στεγάζονται 14 διηγήματα, «ηθογραφικά πεζογραφήματα» τα είχε χαρακτηρίσει ο Γιώργος Βαλέτας, απόστάγματα απλότητας, ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Να μερικοί τίτλοι: Ο θησαυρός, Οι δύο ψαράδες, Η γνωριμία μου με τη δασκάλα με τα χρυσά μάτια, Ο θάνατος του μπάρμπα Μήτρου, Τα διαβατήρια, Το μεγάλο θάμα, κ.ά.

Ως μικρό δείγμα γραφής ένα απόσπασμα από το «Μεγάλο θάμα»:
«Άλλο δεν άκουγες.

Οι άνθρωποι ρωτιόνταν πότε θα πάνε να δούνε το θάμα. Απ’ όλα τα μέρη του νησιού έτρεχε ο κόσμος να προλάβει. Τα χωριά της Γέρας και του Πλωμαρίου κατέβαιναν και δια του κόλπου με βάρκες και με καΐκια.

Κόσμος, κόσμος πηγαινοέρχονταν με τα ζα, με τα πόδια. Άρχισαν να λένε και για άλλα θαύματα που άρχισε να κάνει ο Χριστός. Κάθε μέρα έκλαιγα και παρακαλούσα τη μάνα μου να με πάει και μένα να δω το Χριστό.

Η μάνα δεν είχε και πολύ περιέργεια μα ούτε και πως την ένοιαζαν κάτι τέτοια. Εκείνη ήθελε δουλειά, όπως μου έλεγε, για να τα βγάζουμε πέρα. Ήταν η εποχή κρίσιμη, μου έλεγε. Ήταν οι μέρες τόσο φορτωμένες που δεν έβρισκε καιρό να ξεκουραστεί. Ήξερε την τέχνη του μεταξιού και είχε πολύ πελατεία από μακρινά χωριά. Ερχόταν οι γυναίκες να βγάλουν το μετάξι τους από τα κουκούλια και καθόταν στο σπίτι μας μέχρι να τελειώσει η προηγούμενη, μην τυχόν και πάρει άλλη τη σειρά τους.

Μια μέρα ήρθε σπίτι μας η θεία μου να συνεννοηθούνε με τη μάνα πότε θα πάνε και κείνες στο Χριστό. Εγώ χάρηκα που επιτέλους κάτι θα γίνει. Άδικα, η μάνα το έκοψε με το μαχαίρι, όπως συνήθιζε να το λέγει.

Εγώ την παρακαλούσα να πάω εγώ, μάνα να πάω. Με κοίταξε καλά και μου είπε: “Άντι πάνι τσι μ’ έφαγες πλια μ’ αυτόν τον Χριστό τσι του θάμα”.
Εγώ πετούσα από τη χαρά μου. Με την αύριο πρωί-πρωί ξεκινήσαμε με τη θεία Μαρίγια και φτάξαμε στα Θέρμα.

Αυτόν τον κόσμο που αντίκρισα δεν μπορεί να ξεχαστεί. Στιγμές-στιγμές νομίζω πως γίνομαι ένα παιδί και ζω αυτές τις στιγμές. Όλα τα χωράφια, οι δρόμοι, τα βουνά, οι γύρω λοφίσκοι γεμάτα από κόσμο, ζώα, αραμπάδες, ανακατεμένοι. Έτσι που κατεβαίναμε την κατηφόρα ο ένας έσπρωχνε τον άλλον και ρωτιόνταν: “Μπας τσ’ ίδατι μουρ’ κόρη μ’ τ’ Πηλαγιώ, του Μαριάνθ’, του Στρατήγ’. Παναγιά μ’ τι είνταν τούτου που πάθαμι σήμιρα”».

Εισαγωγικά βρίσκουμε ένα πολυσέλιδο και ιδιαιτέρως κατατοπιστικό κείμενο του Κώστα Μίσσιου και στο τέλος ένα αυτοβιογραφικό σημείωμα της ίδιας της συγγραφέως. Το εξώφυλλο κοσμεί έργο της Ιφιγένειας Παπαστεφανή-Καλιακάτσου βασισμένο σε υφαντό της Μυτιλήνης.