Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Πανηγύρια που σέβονται τους Τόπους και τους Πανηγυριστές

Ένα κείμενο από την Όλγα Τριάντου:

Πανηγύρια που σέβονται τους Τόπους και τους Πανηγυριστές

«Δεν υπάρχει γένος πιο φιλέορτο απ’ το δικό μας.
Ζούμε κάνοντας μια γιορτή και περιμένοντας μια γιορτή» (Στρατής Μυριβήλης)


Tα τελευταία χρόνια σε κάθε χωριό μας έχουν δημιουργηθεί από ένας ή και περισσότεροι «πολιτιστικοί» σύλλογοι. Στα προγράμματά τους εμπεριέχονται παραδοσιακοί χοροί από χορευτικά συγκροτήματα, λαϊκές βραδιές, αναβίωση παλαιών εθίμων όπως «τα ξεφλουδίσματα» και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Κορυφαία πάντα εκδήλωση παραμένει το ζωντάνεμα πανηγυριών του παρελθόντος με συλλογική πάντα προσφορά.
Στα πανηγύρια μας θα’ θελα να σταθώ σήμερα, γιατί ασφυκτιώ με τις ετικέτες «παραδοσιακό» που με ακρισία ταυτίζουν ότι αναφέρεται στα ήθη και στα έθιμά μας, στη μουσική και στο χορό μας.

Αρχικά, θεωρώ σπουδαίο ότι τα πανηγύρια μας (τα περισσότερα τουλάχιστον) τα τελευταία χρόνια, γίνονται με την ευθύνη και την επιμέλεια των Τοπικών Συλλόγων σε αντίθεση με παλαιότερα, που το στήσιμο του πανηγυριού το αναλάμβαναν τα μαγαζιά του κάθε χωριού.
Ας υποθέσουμε ότι παράδοση είναι η διατήρηση και ο εμπλουτισμός του τρόπου ζωής και των εθίμων των ανθρώπων ενός τόπου από γενιά σε γενιά. Αυτό, τουλάχιστον, ίσχυε πριν το ξεκίνημα των ιδιωτικών ΜΜΕ. Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στη χώρα μας, εκτός του έντυπου τύπου υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Δηλαδή ελάχιστα μέσα πληροφόρησης ώστε η πρόσβαση του «ευτελούς» να είναι πολύ δύσκολη (εξαιρώντας την Επταετία των Συνταγματαρχών βέβαια που εκεί κυριαρχούσε).

Και ύστερα ήρθαν οι κάμερες…
Με το ξεκίνημα της ιδιωτικής τηλεόρασης βρεθήκαμε σε μια καινούργια κατάσταση. Μια μεγάλη αγορά, στα χέρια άσχετων με τον πολιτισμό ανθρώπων, όπου το αμερικάνικο μοντέλο μεταποιήθηκε από την ελληνική πραγματικότητα και μπολιάστηκε με δανεικά υλικά της ιδιωτικής αλλά και της κρατικής τηλεόρασης της Ιταλίας. Στα κανάλια, Αμερικανοί σύμβουλοι και σκηνοθέτες από τα προγράμματα του Μπερλουσκόνι κατασκεύασαν το μοντέλο της ελληνικής ιδιωτικής τηλεόρασης, σφραγισμένο με τις ιδέες και τα πρότυπα του Νίκου Μαστοράκη. Αντίπαλο δέος δεν υπήρχε για πολλά χρόνια, γιατί η κρατική ΕΡΤ ήταν κυριολεκτικά παρατημένη, πράγμα ίσως προσχεδιασμένο και πολιτική επιλογή.
Πέρασαν, έτσι, είκοσι πέντε περίπου χρόνια ιδιωτικής τηλεόρασης, όπου στο όνομα του «αυτά θέλει ο κόσμος» γίνανε τα μεγαλύτερα αίσχη. Ο «κόσμος» δεν πρόλαβε να εθιστεί στα προϊόντα της, απλά οι «ειδικοί» προσπαθήσανε πολύ να ρίξουν τον όποιο πήχη υπήρχε μέχρι τότε και να τον κατεβάσουν στα μέτρα τους. Και τα καταφέρανε, γιατί βλέπετε, υστερούσε και ο αντίποδας που λέγεται παιδεία από την εκάστοτε πολιτεία. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να προέρχεται σχεδόν η κάθε πληροφορία και γνώση μας από την τηλεόραση, με κατάληξη γεγονότα και πρόσωπα εκτός τηλεόρασης να μην υπάρχουν για μας.

Ιδιωτική τηλεόραση και παραδοσιακή μουσική
Έτσι, σε ότι αφορά τα δημοτικά μας πανηγύρια, τα βιώματά μας υποχωρήσανε οικτρά απέναντι σ’ αυτό που η ιδιωτική τηλεόραση πρόβαλε κατά κόρον και επέβαλε, δηλαδή τα νεοδημοτικά, τσιφτετελοειδή άσματα, που αποκαλούνται ως «παραδοσιακά» για χάρη της εύκολης βρώσης και πόσης. Μουσικοί παραδοσιακοί δρόμοι κακοπαιγμένοι, με στίχους που αντιγράφουν κακόγουστα αυτούς του δημοτικού τραγουδιού, οδηγούν στο να δημιουργηθεί μια νέα κατηγορία ασμάτων που υμνεί την καψουροφιλοσοφία ή ακόμη την προβάλλει ως αγαθό και αξία !
Γι’ αυτό και σήμερα όταν βρεθούμε σ’ έ να φιλικό γλέντι, ακούγονται συνήθως τραγούδια αισθητικής Έφης Θώδη και αυτά πλέον αναγνωρίζονται ως δημοτικά τραγούδια από τους περισσότερους από εμάς.
Η αισθητική αυτή της ιδιωτικής τηλεόρασης (η δημόσια στάθηκε στο ύψος της) μεταφέρθηκε και στα δικά μας πανηγύρια. Αν είναι δυνατόν, στα πανηγύρια μας με τόσο μουσικό πλούτο και ιστορία που διαθέτουμε, να κυριαρχεί το «μελαχρινάκι», το «γλύκα-γλύκα», η «ζαφειρένια» , το «είσ’ αμαρτωλή δεν σε θέλω πια..» ή το «τη μέρα νοικοκύρης το βράδυ αμαρτωλός..» Όχι μόνο να κυριαρχεί, αλλά στο άκουσμά τους να γίνεται «πατείς με πατώ σε». Στη βιομηχανία του πολτού δεν γλίτωσε ούτε καν το παραδοσιακό τραγούδι του Πόντου «Στου παιδιού μου τη χαρά» το οποίο κακοδιασκευασμένο και κακοτραγουδισμένο ανθεί εν ήδει συρτού στα δικά μας «δημοτικά, παραδοσιακά πανηγύρια».
Η ευγένεια, η περηφάνια, η αξιοπρέπεια και η σοβαρότητα του έρωτα, που εμπεριέχεται στο αρχέγονο δημοτικό τραγούδι, έδωσε τη θέση της στη νομιμοποίηση της κακομοιριασμένης κλαψούρας και καψούρας των λαικο-δημοτικο-συρτο-ντισκο ….τραγουδιών. Πώς άλλως εξηγείται η διαφορά ανάμεσα στο «μικρή φεγγαροπρόσωπη του ήλιου η θυγατέρα, συ μ’ έκανες κι’ αρνήθηκα και μάνα και πατέρα» από το «…έγινε η πίκρα μου απελπισία μου και δεν κοιμάμαι πια τα βράδια ..» ;
Βέβαια στα πανηγύρια μας ακούγονται και πολλά παραδοσιακά μας τραγούδια. Συνήθης τακτική είναι να παίζονται μόνο τα ρεφραίν των τραγουδιών συνεχόμενα αποκομμένα από την αρχή και το τέλος του τραγουδιού, με σκοπούς γρήγορους ώστε να εκτονώνεται το ανυπόμονο πλήθος. Οι εισαγωγές των τραγουδιών με τα ταξίμια και τα σόλα τους, δυστυχώς είναι εκτοπισμένες και εξοστρακισμένες στα χαράματα, τότε μόνο είναι η ώρα που οι μουσικοί παίζουν για τους εαυτούς τους και για λίγους καρτερικούς, που τους περισσεύει το μεράκι. Τότε μόνο είναι η ώρα που ο μερακλής θα ζητήσει το τραγούδι του και ο μουσικός θα αυτοσχεδιάσει. Τότε μόνο είναι η ώρα που ο κλαριτζής θα μεταμορφωθεί σε Κλαρινίστα και ο πανηγυρτζής σε Πανηγυριστή.

Πόσες φορές μετά το τέλος των παραπάνω πανηγυριών δε νιώσαμε ένα μεγάλο κενό και δεν προβληματιστήκαμε για το ότι «κάτι πρέπει να γίνει»; Εκτός του μουσικού μέρους που έχει εκπέσει, πιστεύω ότι πρέπει να αναρωτηθούμε και για τους «δημοτικούς χορούς» και τις «φορεσιές» των χορευτικών ομάδων μας, που με περισσή υπερηφάνεια επιδεικνύουμε. Χιλιάδες είναι τα χορευτικά συγκροτήματα και άλλοι τόσοι οι δάσκαλοί τους! Πόσοι από αυτούς όμως έχουν διδαχθεί, κατά προσέγγιση πάντα, τα βήματα των προπάππων μας ώστε να μας τα μεταφέρουν σωστά; Και πόσοι απ’ αυτούς εφευρίσκουν φιγούρες για χάρη του εντυπωσιασμού;
Στις αρχές του 20ου αιώνα με τις παρεμβάσεις των χοροδιδασκάλων( Α. Ανδρεόπουλου, Χ. Σακελαρίου, Χ. Νέζου, Κ. Λάμπρου κ.λ.π.) συνεχίζεται να γίνεται προσπάθεια αναζήτησης και σύνδεσης της συνέχειας κατευθείαν από την αρχαιότητα, χωρίς όμως να υπάρχει βιωματική εμπειρία και επιτόπια έρευνα από μέρους των χοροδιδασκάλων. Στο λύκειο Ελληνίδων στις αρχές του 1900 προσπάθησαν να ταιριάξουν τις ωραίες στάσεις και κινήσεις των χορευτριών της αρχαιότητας στους παραδοσιακούς μας χορούς. Έτσι εξηγείται το ότι ακόμη και στις μέρες μας πολλοί χοροί με ακροβατικές φιγούρες και στημένα βήματα θυμίζουν γυμναστικές επιδείξεις. Η μάστιγα της προγονολατρείας βέβαια, έπληττε την ίδια χρονική περίοδο και όσες ονομασίες χωριών και πόλεων δεν ήταν βγαλμένες από την Αρχαία Ελλάδα. Γι’ αυτό λοιπόν τις άλλαξαν με «καθαρά ονόματα». Η εθνική ανάγκη επέβαλλε να καταδειχτεί η καταγωγή και η συνέχειά μας κατευθείαν από τη Αρχαία Ελλάδα (είναι τάχα αυτή μόνο η περίοδος που πρέπει να νιώθουμε υπερήφανοι ;), διαγράφοντας όσα φύλα πέρασαν από τη χώρα μας, τα δύο χιλιάδες χρόνια περίπου μ.Χ.
Ακόμη και εάν δεν μας απασχολεί η λέξη «παραδοσιακό», τουλάχιστον να μας απασχολεί η ουσία. Συνήθειες των μπουζουκιών: σαμπάνιες, λουλούδια και άλλες κιτς συμπεριφορές τι χώρο έχουν στο πανηγύρι του χωριού μας ;

Οι «Πολιτιστικοί Σύλλογοι» και ο πολιτισμός
Πεποίθηση μου είναι ότι για το σημερινό ξεπεσμό των πανηγυριών και της έννοιας «παραδοσιακό», την πρωταρχική ευθύνη φέρουμε τα Προεδρεία των Συλλόγων και Αδελφοτήτων των χωριών μας. Οι ζυγιές με το ζουρνά, το νταούλι και το κλαρίνο με το γλυκό ήχο που τα συνοδεύει, αντικαταστάθηκαν για λόγους ευκολίας των οργανοπαικτών από τα ντράμς, την ηλεκτρική κιθάρα, τα αρμόνια. Εμείς, Σύλλογοι και Πανηγυριστές, υποταχθήκαμε αδιαμαρτύρητα στο πολιτιστικό έγκλημα που συντελέστηκε και μάλιστα προσαρμοστήκαμε τόσο καλά, ώστε σχεδόν να αποδοκιμάζουμε μια κομπανία χωρίς «τα παραμορφωτικά εφέ» με το πρόσχημα ότι «δεν βγαίνει πέρα» πανηγύρι διαφορετικά. Έτσι, οι Σύλλογοι, συρόμαστε από την ανησυχία μας να προσελκύσουμε κοινό στα πανηγύρια μας, ώστε να "ανταπεξέλθουμε οικονομικά".
Περιττεύει να υπογραμμίσω την αναγκαιότητα, όσων βρισκόμαστε επικεφαλής Συλλόγων, να είμαστε γνώστες της κουλτούρας και του πολιτισμού του τόπου μας. Όταν εμείς θεωρούμε πολιτισμό την αναπαραγωγή των μουσικών προτύπων της ιδιωτικής τηλεόρασης με κυρίαρχο το δόγμα: «οικονομία στο ύφασμα οικονομία και στο ταλέντο», όταν καμαρώνουμε για τις εκδηλώσεις μας με οργανοπαίχτες αμφιβόλου ποιότητας και γνώσης ή όταν έστω θεωρούμε «αναγκαίο κακό» τα παραπάνω, αναλογίζομαι τι παραδίνουμε στους νεότερους Πανηγυριστές ;
Σκεφτήκαμε ποτέ, ότι στα εγγόνια μας η σημερινή κατάσταση εγγράφεται ως «γνήσιο παραδοσιακό πανηγύρι»;
Η τραγική θέση, στην οποία βρίσκεται η πατρίδα μας σήμερα, επιβάλει, ακόμη περισσότερο, την αναγκαιότητα του επαναπροσδιορισμού πολλών, μέχρι τώρα, αξιών της καταναλωτικής μας κοινωνίας.
Βέβαια ίσως φαντάζει πολυτέλεια, την εποχή των συσσιτίων, να ασχολούμαστε με τα πανηγύρια και με τη μουσική των παππούδων μας.
Όμως πρέπει από κάπου να πιαστούμε και ένα από αυτά είναι ή μουσική μας παράδοσή, η οποία δύναται να μας κρατήσει όρθιους.
Θέλουμε να την αναφέρουμε σαν ένα ταριχευμένο είδος χωρίς βιωματική σχέση;
Ή θέλουμε να πορευόμαστε με αυτή εξελίσοντάς της, γιατί έτσι κι' αλλιώς, κάθε εποχή δημιουργεί τη δική της παράδοση.

Πιστεύω ότι οι Φορείς ενός τόπου, ανάλογα και με το εύρος τους, πρέπει να προηγούνται της κοινωνίας και να τη διαπαιδαγωγούν με ιδέες και έμπνευση, με προτάσεις και τόλμη, παρά να έπονται αυτής. Έτσι συνήθως ενεργούν οι πολιτικοί, συρόμενοι κυριολεκτικά από τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων. Η λαϊκίστικη αντίληψη της θεοποίησης του κοινού, που διαδίδεται πολύ τα τελευταία χρόνια , ότι δηλαδή «ότι ακούει ο κόσμος είναι και καλό και παραδοσιακό» δεν πρέπει να μας παρασύρει.

«Μικρές φωλιές νερού…»
Όμως, παρόλα αυτά, υπάρχουν πάντα οι λαμπρές εξαιρέσεις Συλλόγων και Μουσικών σε αυτό τον κανόνα, και πρέπει να αναφέρονται και να επιβραβεύονται.
Ότι δεν βλέπουμε δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει. Κι ότι συμβαίνει σήμερα στα πανηγύρια μας δεν είναι εύκολο να διαγράψει από τη μνήμη μας, το παρελθόν και το μέλλον του γλεντιού μας.
«Μικρές φωλιές νερού» συντηρούν ένα κίνημα.
Μια μικρή εστία του, ίσως, εντοπίζεται στους ήχους των «Λαλητάδων», με την έννοια ότι δεν παραδόθηκαν στο συρμό και στην ανοχή της δήθεν ευκολίας και συνήθειας. Για κάποια χρόνια οι τοπικές κοινωνίες των χωριών αντιστάθηκαν και κάποιες λίγες ακόμη αντιστέκονται στη σημειολογία της τέχνης τους. Ακόμη, μας ξενίζει η δημοτική μουσική που δεν έχει ντράμς, ηλεκτρική κιθάρα και πολτοποιημένα τραγούδια εν ήδη συρτού, προορισμένη για εκτόνωση και όχι για απόλαυση. Η μουσική τους πρόταση, συν τω χρόνω, βρίσκει όλο και περισσότερους αποδέκτες. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα γίνει μόδα αλλά θα βρίσκει έδαφος και μόνο στους εραστές.


Όλγα Τριάντου
από την Ανεμορράχη των Τζουμέρκων