Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη - Ἀπομνημονεύματα

uoa.gr/
"Ἀφοῦ φκειάσαμε τὰ ταμπούρια μας, τοὺς κιοτῆδες, ὁποῦ ἀνακάτωναν τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἔστειλα εἰς τὸ Παλιόκαστρο νὰ φκειάσουνε ῾μπρός εἰς τὴν πόρτα ταμπούρια κι᾿ οὖθε ἦταν χαλασμένο. Ἦταν καὶ μία παλιοστέρνα κ᾿ ἔβαλα καὶ κουβάλησαν καμπόσο νερὸ καὶ ρίξαμε μέσα. Κ᾿ ἔβαλα ὅλους τους ἀνθρώπους κ᾿ ἔμασαν ξύλα, νὰ εἶναι διὰ δέκα φωτιὲς τὰ ξύλα τοῦ καθενός, ὅτ᾿ ἦταν ἐκεῖ πλησίον πολλά. Σύναξαν καθὼς τοὺς εἶπα κ᾿ ἔβαλαν ἀλάργα ὁ καθεὶς τὰ ξύλα του. Τὸ βράδυ, νυχτώνοντας, τοὺς εἶπα κι᾿ ἄναψαν φωτιὲς ὁ καθεὶς ἀπὸ δέκα καὶ τὶς κουμαντάριζαν, νὰ φαίνωνται ὅτ᾿ εἶναι ἀπὸ πολλοὺς ἀνθρώπους. Τήραγε ὁ Μπραΐμης – δὲν ἦταν μισὴ ὥρα ἀλάργα– ἀπὸ ῾μάς, ἀφοῦ εἶδε τόσες φωτιές, ἔλπιζε ὅτι κατέβηκε ὁ Κουντουργιώτης μ᾿ ὅλο τὸ σῶμα, ὁποῦ ῾ταν εἰς τὶς Χῶρες. Τὴν αὐγὴ δυὸ ὧρες νὰ φέξη πλάκωσε ὁ Μπραΐμης, πεζούρα καὶ καβαλλαρία, καὶ ἤρθανε πολλὰ πλησίον μας. Εἶναι ἕνα γιοφύρι ἑνοῦ γιβαριοῦ καὶ πέρασαν ἐκεῖ καὶ στάθηκαν.
Ἐγὼ κατέβασα καμμιὰ εἰκοσαριὰ παιδιὰ καὶ πιάσαν τὸν χορὸν καὶ τραγουδοῦσαν καὶ χόρευαν. Τηρᾶνε οἱ Τοῦρκοι, πλησιάζουν κι᾿ ἄρχισαν μὲ τοὺς κατζαδόρους καὶ καραμπίνες τὸν ντουφεκισμόν. Ἐμεῖς τοὺς εἶπα καὶ δὲν ἔρριχνε κανένας. Ἐκεὶ– ὁποῦ ρίχναν μου λάβωσαν δυὸ παιδιά, εἰς τὸν χορόν. Κέρασα ἀπὸ ῾να ρακὶ τοὺς Ἕλληνες, τοὺς ἀθάνατους, τὰ γενναῖα λιοντάρια, ὁποῦ ἀνάθεμα τοὺς αἴτιους ὁποῦ τοὺς γιόμωσαν φατρίες καὶ διχόνοιες, καὶ γίνηκαν ἀπὸ αὐτὰ οἱ Ἀράπηδες παληκάρια κι᾿ ἄφησαν ἐποχή. Ἀφοῦ κέρασα τὸ ρακὶ τῶν Ἑλλήνων, ζύγωσαν οἱ Τοῦρκοι κοντότερα. Τότε ἄρχισε ὁ πόλεμος καὶ βάσταξε ὡς ἑφτὰ ὦρες. Ἔκαμαν πολλὰ γιρούσια οἱ Τοῦρκοι. Οἱ Ἕλληνες οἱ καλύτεροί – τους εἶχα κάτου εἰς τὸν ἄμμον κ᾿ ἐμεῖς τοὺς φυλάγαμε τὴν πλάτη τους ἀπὸ τὸ τζουγκρί. Ὕστερα βγάλαν τὰ μαχαίρια οἱ Ἕλληνες καὶ τοὺς δίνουν ἕνα τζάκισμα καλὸν καὶ τοὺς ρίξαν ἀπὸ– μέσα τ᾿ αὐλάκι κ᾿ ἔβλεπες ἕνα θέατρο. Καὶ σκοτώθηκαν ἀπὸ ῾κεῖνο ὁποῦ συνπεράναμε, ὁποῦ βλέπαμε, καμμιὰ ἑβδομηνταριὰ ἀπάνου κάτου κι᾿ ἀχώρια οἱ λαβωμένοι. Δὲν εἴχαμε μπαρούτι καλό. Ὕστερα ἀναχώρησαν πίσου διὰ τὴν θέση τους καὶ Νιόκαστρον.1 Τότε γράφει ὁ Ἀναγνωσταρᾶς τοῦ Κουντουργιώτη καὶ τοῦ λέγει αὐτά, καὶ τοῦ λέγει: «Ὅσους ἀνθρώπους ἔφερε ὁ Μακρυγιάννης εἰς τοὺς Ἀβαρίνους, τὴν θέση τὴν πλησίον τοῦ ὀχτροῦ, ὁποῦ κάθονται εἰς τὶς Χῶρες τόσα ἀσκέρια καὶ δὲν ἀποφάσισαν νὰ ῾ρθουν νὰ τὴν πιάσουνε, αὐτεῖνοι οἱ ὀλίγοι πολέμησαν ἀντρείως. Δία τοῦτο ὅλους αὐτεινοὺς νὰ τοὺς κάμη ἡ πατρὶς ἀξιωματικοὺς κατὰ τὴν τάξη». Μόστειλε ὁ Κουντουριώτης ἕνα εὐκαριστήριον καὶ «θέλει στείλη κι᾿ ὁλουνῶν, ὅταν πάγη ὁ ὑπουργός» Πέρασαν ὀλίγες ἡμέρες ξαναῆρθε ὀπίσου ὁ Μπραΐμης, ἔκαμε ἀκροβολισμὸν τρεῖς τέσσερες ὧρες, καὶ παρατηροῦσαν τὴν θέση μὲ τὰ κιάλια διὰ νὰ ῾ρθούνε συστηματικῶς."
Διαβάστε αναλυτικά: uoa.gr/